Δημητροκάλλης: Κλειστά σύνορα, εθνική ενεργειακή πολιτική και πραγματική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης

Ο βουλευτής της Συμμαχίας Ελλήνων καταγγέλλει κυβερνητικές επιλογές σε λαθρομεταναστευτικό, ακρίβεια και δικαστική μεταρρύθμιση

Σε εκτενή παρέμβασή του στη Βουλή, ο Ιωάννης Δημητροκάλλης, βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής και γραμματέας της Συμμαχίας Ελλήνων, άσκησε δριμεία κριτική στην κυβερνητική πολιτική σε τρία κρίσιμα μέτωπα: το λαθρομεταναστευτικό, την ενεργειακή ακρίβεια και τη δικαιοσύνη.

Αναφερόμενος στην τροπολογία του υπουργού Θάνου Πλεύρη για δομή λαθρομεταναστών στους Αθανάτους Ηρακλείου, τόνισε χαρακτηριστικά ότι «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι οι εικόνες της Ιεράπετρας αποτελούν αποτέλεσμα της πολιτικής ανοιχτών συνόρων και υποστήριξε ότι μόνο η φύλαξη από τις Ένοπλες Δυνάμεις μπορεί να εγγυηθεί κλειστά σύνορα, κάτι που, όπως είπε, μπορεί να διασφαλίσει η Συμμαχία Ελλήνων.

Στη συνέχεια έστρεψε τα πυρά του στην ενεργειακή πολιτική. Υποστήριξε ότι η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σύνοδο Κορυφής αποκαλύπτει την αδυναμία μιας κυβέρνησης που περιμένει λύσεις από τις Βρυξέλλες αντί να αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Ενώ ο ελληνικός λαός στενάζει από την ακρίβεια, ο Πρωθυπουργός περιορίζεται σε αιτήματα και προσωρινά μέτρα, αρνούμενος ουσιαστική μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης. «Ο Έλληνας πληρώνει στο ρεύμα, στη θέρμανση, στην αντλία», υπογράμμισε, χαρακτηρίζοντας την πολιτική αυτή αδράνεια και μετάθεση ευθυνών. Ζήτησε πραγματική μείωση της φορολογίας στα καύσιμα και εθνική ενεργειακή πολιτική, επισημαίνοντας ότι η ενέργεια αποτελεί ανάγκη επιβίωσης.

Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στο νομοσχέδιο για τον Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Αν και αναγνώρισε ως θεμιτό τον στόχο της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων μέσω διαμεσολάβησης και διαιτησίας, εξέφρασε σοβαρές ενστάσεις για τη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης. Υποστήριξε ότι η δικαιοσύνη αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους και όχι υπηρεσία οικονομικής ανταποδοτικότητας. Η υποχρεωτική προηγούμενη προσπάθεια συναινετικής επίλυσης, σε συνδυασμό με πρόσθετα έξοδα, κινδυνεύει να μετατρέψει την οικονομική ανισότητα σε ανισότητα δικαστικής προστασίας, πλήττοντας εργαζόμενους, συνταξιούχους και μικροεπαγγελματίες. Παρέπεμψε σε ανησυχίες της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Ο κ. Δημητροκάλλης έθεσε το ζήτημα σε ευρύτερο πλαίσιο, κάνοντας λόγο για βαθιά κρίση και «ξεχαρβάλωμα» της δικαιοσύνης. Υπενθύμισε καταγγελίες του πρώην αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χρήστου Τζανερίκου για παρεμβάσεις σχετικά με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, αποκαλύψεις για στημένα στο ποδόσφαιρο με πολιτικές διασυνδέσεις, καθώς και παλαιότερες καταγγελίες για παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά. Αναφέρθηκε επίσης σε καταγγελίες για επίορκους δικαστικούς λειτουργούς που φέρονται να λειτουργούν ως παρατρεχάμενοι πρώην πρωθυπουργών. Ζήτησε πλήρη και ανεξάρτητη διερεύνηση, τονίζοντας ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να αποτελεί εργαλείο πολιτικής αποκατάστασης.

Προτείνοντας εναλλακτικές προσεγγίσεις, επικαλέστηκε παραδείγματα από την Ισπανία και την Ιταλία, όπου προβλέπονται πιο ευέλικτες μορφές συναινετικής επίλυσης και απαλλαγές για όσους δικαιούνται νομική βοήθεια. Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι πραγματική μεταρρύθμιση σημαίνει ενίσχυση των θεσμών, εγγύηση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας και αντιμετώπιση της δικαιοσύνης ως κοινωνικού αγαθού. «Δικαιοσύνη που καθυστερεί, που κοστίζει και που γεννά αμφιβολίες για την ανεξαρτησία της δεν είναι δικαιοσύνη που αξίζει στον ελληνικό λαό», κατέληξε.