Υπάρχει μια ερώτηση που επανέρχεται σχεδόν μηχανικά κάθε φορά που κατατίθεται μια διαφορετική πρόταση οικονομικής πολιτικής: «Πού θα βρείτε τα λεφτά;». Είναι το ερώτημα που συνοδεύει κάθε συζήτηση για χαμηλότερους φόρους, ισχυρότερο διαθέσιμο εισόδημα, καλύτερους μισθούς και συντάξεις ή μεγαλύτερη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Όμως τα ίδια τα μεγέθη της δημοσιονομικής πορείας της περιόδου 2021-2027 μεταφέρουν πλέον τη συζήτηση σε διαφορετικό επίπεδο. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν υπάρχουν χρήματα. Είναι πόσους πόρους χρειάζεται πράγματι να απορροφά το κράτος από την οικονομία, ποιο επίπεδο πλεονασμάτων είναι αναγκαίο για τη δημοσιονομική σταθερότητα και ποιο μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου πρέπει να επιστρέφει στους πολίτες και στην παραγωγή.
Σύμφωνα με τα μεγέθη που αποτυπώνονται στη δημοσιονομική σύγκριση 2021-2027, οι συνολικοί φόροι αυξάνονται από περίπου 48,8 δισ. ευρώ σε 79,8 δισ. ευρώ. Πρόκειται για περίπου 31 δισ. ευρώ περισσότερα φορολογικά έσοδα σε ετήσια βάση. Τα συνολικά έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης αυξάνονται αντίστοιχα από περίπου 89,1 σε 142,6 δισ. ευρώ. Η αύξηση δεν περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία, αλλά αποτυπώνεται στον ΦΠΑ, στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και ακόμη εντονότερα στον φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή στη σχέση κράτους και οικονομίας: το κράτος του 2027 διαχειρίζεται πολύ περισσότερους πόρους από ό,τι το κράτος του 2021.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η αύξηση των εσόδων οφείλεται σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση. Η ελληνική οικονομία έχει αναπτυχθεί και το ονομαστικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί σημαντικά, τόσο λόγω πραγματικής ανάπτυξης όσο και λόγω πληθωρισμού. Σε μια μεγαλύτερη οικονομία είναι φυσιολογικό να εισπράττονται περισσότεροι φόροι. Αυτή ακριβώς όμως είναι και η ουσία της συζήτησης: η αύξηση των φορολογικών εσόδων πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με την αύξηση της οικονομίας, με τα πλεονάσματα που δημιουργούνται και με το ποσοστό αυτής της πρόσθετης δημοσιονομικής απόδοσης που επιστρέφει τελικά στους πολίτες. Δεν αρκεί επομένως να διαπιστώνουμε ότι το κράτος εισπράττει περισσότερα. Πρέπει να εξετάζουμε και αν η αύξηση αυτή είναι αναλογική προς τη μεγέθυνση της οικονομίας και πώς αξιοποιείται.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής διαφωνίας. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για κάθε σοβαρή οικονομική πολιτική. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Το κράτος δεν υπάρχει για να μεγιστοποιεί τα έσοδά του ούτε για να αντιμετωπίζει το υψηλότερο δυνατό πλεόνασμα ως αυτόνομο μέτρο επιτυχίας. Υπάρχει για να εξασφαλίζει σταθερότητα, να χρηματοδοτεί αποτελεσματικά τις δημόσιες λειτουργίες και ταυτόχρονα να αφήνει επαρκή χώρο στην εργασία, στην κατανάλωση, στην επιχειρηματικότητα και στις επενδύσεις. Όσο περισσότερο αυξάνονται οι πόροι που συγκεντρώνει το Δημόσιο, τόσο πιο εύλογο γίνεται το ερώτημα ποιο μέρος αυτών των πόρων είναι πράγματι αναγκαίο να παραμένει στα κρατικά ταμεία.
Η περίπτωση του ΦΠΑ είναι χαρακτηριστική. Όταν αυξάνονται οι τιμές, αυξάνεται και η ονομαστική φορολογική βάση πάνω στην οποία επιβάλλεται ο ΦΠΑ. Έτσι, η ίδια ακρίβεια που περιορίζει την αγοραστική δύναμη του νοικοκυριού μπορεί ταυτόχρονα να ενισχύει τις εισπράξεις του Δημοσίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση των εσόδων ΦΠΑ είναι αποτέλεσμα της ακρίβειας, καθώς επιδρούν επίσης η κατανάλωση, η ανάπτυξη και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Σημαίνει όμως ότι σε περιόδους έντονου πληθωρισμού δημιουργείται πρόσθετη δημοσιονομική απόδοση, η οποία θέτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: πόσο από αυτό το όφελος πρέπει να παραμένει στο κράτος και πόσο πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία μέσα από χαμηλότερη φορολογία ή άλλες παρεμβάσεις.
Η άλλη πλευρά της εικόνας είναι εξίσου σημαντική. Ενώ τα δημόσια έσοδα αυξάνονται έντονα σε απόλυτους αριθμούς, οι μισθοί της Γενικής Κυβέρνησης εμφανίζονται να μειώνονται από 10,07% του ΑΕΠ το 2021 σε 8,38% το 2027 και οι συντάξεις από 16,1% σε 13,4%. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες δαπάνες μειώνονται ονομαστικά. Σημαίνει όμως ότι καταλαμβάνουν μικρότερο μερίδιο της οικονομίας. Η οικονομία μεγαλώνει, τα δημόσια έσοδα αυξάνονται, αλλά αναλογικά μικρότερο τμήμα του ΑΕΠ κατευθύνεται σε αυτές τις δύο κατηγορίες. Και αυτό δεν αποτελεί λογιστική αναγκαιότητα· αποτελεί επιλογή κατανομής των διαθέσιμων πόρων.
Η ίδια συζήτηση γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη όταν εξετάζουμε το 2027. Αναμένεται αύξηση των εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης κατά 7,3%, ή περίπου 11,6 δισ. ευρώ, και παράλληλα μείωση των δαπανών κατά 2,4%, ή περίπου 4,1 δισ. ευρώ. Το επίσημο προσχέδιο του Προϋπολογισμού προβλέπει παράλληλα πρωτογενές αποτέλεσμα 3,3% του ΑΕΠ για το 2027, μετά από 3,6% το 2026.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία της μείωσης του χρέους και της διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Υπάρχει όμως ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην επίτευξη των αναγκαίων δημοσιονομικών στόχων και στη μετατροπή κάθε πρόσθετου πλεονάσματος σε αυτονόητη επιδίωξη. Όταν το κράτος ξεπερνά συστηματικά τους στόχους του, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν η υπέρβαση είναι θετική λογιστικά. Πρέπει να εξετάζεται και το κόστος ευκαιρίας: ποια φορολογική ελάφρυνση, ποια επένδυση ή ποια ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος θα μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί εάν ένα μέρος αυτού του περιθωρίου είχε παραμείνει στην πραγματική οικονομία.
Από εδώ προκύπτει και μια διαφορετική αντίληψη για τη δημοσιονομική συνέπεια. Δημοσιονομική συνέπεια δεν σημαίνει το κράτος να εισπράττει όσο περισσότερο μπορεί. Σημαίνει να εισπράττει όσο χρειάζεται για να χρηματοδοτεί τις υποχρεώσεις του, να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και να επιτυγχάνει τους συμφωνημένους στόχους του. Από εκεί και πέρα, το ζήτημα γίνεται βαθιά πολιτικό και οικονομικό: αν οι πρόσθετοι πόροι πρέπει να συσσωρεύονται στο Δημόσιο ή να αφήνονται στους πολίτες, στις επιχειρήσεις και στην παραγωγική οικονομία.
Το πλεόνασμα άλλωστε δεν είναι πλούτος που δημιουργεί από μόνο του το κράτος. Είναι η διαφορά ανάμεσα στα δημόσια έσοδα και στις δημόσιες δαπάνες. Μπορεί να είναι αναγκαίο για τη σταθερότητα, τη μείωση του χρέους και την προστασία της χώρας από μελλοντικές κρίσεις. Δεν παύει όμως να προέρχεται από πόρους που έχουν προηγουμένως αντληθεί από την οικονομία. Γι’ αυτό και το ύψος του δεν είναι ουδέτερο πολιτικά: αντανακλά την ισορροπία που επιλέγει κάθε κυβέρνηση ανάμεσα στη δημοσιονομική ασφάλεια και στη φορολογική επιβάρυνση της κοινωνίας.
Υπό αυτή την έννοια, το «πού θα βρείτε τα λεφτά;» δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτόματη απάντηση σε κάθε διαφορετική πρόταση οικονομικής πολιτικής. Με πολύ υψηλότερα φορολογικά και συνολικά δημόσια έσοδα σε σχέση με το 2021 και με σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, το πραγματικό ερώτημα είναι πιο απαιτητικό: ποιο επίπεδο κρατικών εσόδων και πλεονασμάτων είναι πράγματι αναγκαίο για τη δημοσιονομική σταθερότητα και από ποιο σημείο και μετά η πρόσθετη αφαίρεση πόρων από την οικονομία αποτελεί πολιτική επιλογή και όχι δημοσιονομική αναγκαιότητα;
Α.Π
MSc Banking & Financial Administration

